Μια φορά
και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες που
κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο
και συζητούσαν. ‘Έλεγαν πως ενώ η φύση
τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε
δώσει την δυνατότητα να βλέπουν τον
κόσμο γύρω τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι,
εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα
να αναπτύξουν περισσότερο τις
υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως
την αφή, ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν
με τα χέρια τους τι είναι το κάθε τι
που βρίσκεται μπροστά τους. Όλοι
συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν κάτι
με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως
τι είναι αυτό που πιάνουν.
Παρακάτω, καθόταν
ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με
ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που
έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ
μεγάλος σε ηλικία και η μεγάλη εμπειρία
του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε
μάθει να μην βιάζεται να κρίνει ή να
απορρίψει κάτι και να δέχεται πως
κάθε πράγμα, κάθε θέμα, μπορεί να έχει
πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να είναι
έτσι αλλά και αλλιώς», συνήθιζε να λέει.
Μετά από αρκετή ώρα
και αφού είχε ακούσει προσεκτικά όσα
έλεγαν οι τυφλοί άντρες δίπλα του,
τους πλησίασε και τους ρώτησε: «Πώς
είστε τόσο σίγουροι πως ό,τι ακουμπάτε, ό,τι
ψηλαφίζετε με τα χέρια σας, μπορείτε να
καταλάβετε αμέσως τι είναι και να
είστε σίγουροι για αυτό; Πώς ξέρετε ότι
δεν κάνετε λάθος;» Οι 6 τυφλοί άντρες
του απάντησαν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος
και ότι αν ήθελε να το διαπιστώσει
και ο ίδιος, μπορούσε να τους βάλει μία
δοκιμασία.